Η παράλληλη διαδικασία (parallel process) αποτελεί ένα από τα πιο πολύτιμα διαγνωστικά και θεραπευτικά εργαλεία της κλινικής εποπτείας. Ιστορικά, η έννοια αυτή θεμελιώθηκε το 1955 από τον Harold Searles στο άρθρο για την πληροφοριακή αξία των συναισθηματικών εμπειριών του επόπτη.
Ο Searles άλλαξε ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εποπτεία: υποστήριξε ότι τα συναισθήματα που νιώθει ο επόπτης δεν είναι απλώς δικές του αντιδράσεις ή «τυφλά σημεία» του εποπτευόμενου, αλλά μια άμεση αντανάκλαση της ψυχοπαθολογίας του ίδιου του θεραπευόμενου. Η βασική ιδέα είναι ότι ο θεραπευτής ταυτίζεται ασυνείδητα με τον θεραπευόμενό του και αναπαράγει, μέσα στη σχέση του με τον επόπτη, τις άμυνες, τα άγχη και τα μοτίβα συμπεριφοράς που ο ίδιος δυσκολεύεται να επεξεργαστεί λεκτικά στη θεραπευτική συνεδρία.
Ένα Κλινικό Παράδειγμα Παράλληλης Διαδικασίας
Ας δούμε πώς μεταφράζεται αυτό στην πράξη. Σε μια πρώτη συνάντηση εποπτείας, ένας συνάδελφος παρουσίασε την περίπτωση ενός θεραπευόμενου με έντονα ασταθή παρουσία: συχνές ακυρώσεις, αιφνίδιες απουσίες και προσέλευση κατά βούληση. Αυτά τα στοιχεία δυσκόλευαν σημαντικά τη δημιουργία ενός σταθερού θεραπευτικού πλαισίου.
Σχεδόν ταυτόχρονα, το ίδιο ακριβώς μοτίβο εκδηλώθηκε μέσα στην ίδια την εποπτική σχέση. Όταν επιχειρήθηκε η οριοθέτηση και η συμφωνία για ένα σταθερό πλαίσιο εποπτείας, ο εποπτευόμενος εμφάνισε έντονη αμφιθυμία και εμφανή δυσκολία να δεσμευτεί σε μια συνεχή εποπτική διαδικασία.
Με όρους παράλληλης διαδικασίας, η στάση του συναδέλφου δεν ερμηνεύεται απλώς ως προσωπική αντίσταση απέναντι στην εποπτεία. Λειτουργούσε ως αγωγός ασυνείδητου υλικού: μέσω του μηχανισμού της προβολικής ταύτισης, είχε ενδοβάλει το άγχος δέσμευσης και τον φόβο εγκλωβισμού του θεραπευόμενου, μεταφέροντάς τα αυτούσια στη σχέση του με τον επόπτη.
Την ίδια στιγμή, ο επόπτης –ο οποίος ενδεχομένως νιώθει εκνευρισμό, ματαίωση ή την παρόρμηση να «επιβάλει» αυστηρά το πλαίσιο– βιώνει ακριβώς ό,τι βιώνει και ο εποπτευόμενος απέναντι στον θεραπευόμενό του. Τα συναισθήματα αυτά αποτελούν πολύτιμη κλινική πληροφορία και όχι εμπόδιο.
Μετά την αναγνώριση αυτού του μοτίβου, ο επόπτης προχώρησε στην εξής παρέμβαση:
«Παρατηρώ κάτι που θεωρώ ότι έχει μεγάλη κλινική αξία. Μου περιγράφετε έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να δεσμευτεί σε ένα σταθερό πλαίσιο, που φοβάται τα όρια ή νιώθει ότι τον πνίγουν. Και την ίδια ακριβώς στιγμή, βλέπω ότι κι εμείς οι δύο δυσκολευόμαστε να ορίσουμε πότε και πώς θα συναντιόμαστε. Αναρωτιέμαι μήπως αυτό που ζούμε εδώ και τώρα μεταξύ μας, είναι το κλίμα και η πίεση που σας μεταφέρει ο θεραπευόμενός σας μέσα στο γραφείο.»
Μια τέτοια παρέμβαση είναι βαθιά ανακουφιστική για τον νέο θεραπευτή. Τον βοηθά να κατανοήσει ότι η δυσκολία του δεν συνιστά επαγγελματική ανεπάρκεια ή έλλειψη οργάνωσης, αλλά μια ισχυρή ασυνείδητη επικοινωνία που δέχτηκε από τον θεραπευόμενο και δεν είχε ακόμη προλάβει να μεταβολίσει σε σκέψη.
Πρόκειται για μια ξεκάθαρη περίπτωση όπου το άγχος του θεραπευόμενου γύρω από τα όρια «μολύνει» ασυνείδητα τον εποπτευόμενο, ο οποίος με τη σειρά του το εκδραματίζει στο ασφαλές περιβάλλον της εποπτείας προκειμένου να κατανοηθεί.
Έχετε πιάσει ποτέ τον εαυτό σας να βιώνει μέσα στην εποπτεία ακριβώς το ίδιο συναίσθημα –είτε αυτό είναι ματαίωση, άγχος δέσμευσης, ή πλήρες μπλοκάρισμα– που σας μετέφερε ο θεραπευόμενός σας στη συνεδρία; Πώς το αναγνωρίσατε και πώς σας βοήθησε η εποπτεία να το ξεδιαλύνετε;
Searles, H. F. (1955). The informational value of the supervisor's emotional experiences. Psychiatry: Journal for the Study of Interpersonal Processes, 18(2), 135–146.